Φοινικικός
Φοινικικός
Φοινῑκικός, ή, όν
Phoenician, Hdt., etc.; sometimes to express great antiquity, Plat.:—later, Punic, to express treachery, Polyb.
φοινικικός, φοινίκεος· metaph., κακὰ φοινικικά "of deep dye, " Ar. φοινῑκιοῦς, οῦσσα, οῦν, φοινίκεος, Ar.
Headword (normalized):
φοινικικός
Headword (normalized/stripped):
φοινικικος
Intro Text:
Φοινικικός
Φοινῑκικός, ή, όν
Phoenician, Hdt., etc.; sometimes to express great antiquity, Plat.:—later, Punic, to express treachery, Polyb.
φοινικικός, φοινίκεος· metaph., κακὰ φοινικικά "of deep dye, " Ar. φοινῑκιοῦς, οῦσσα, οῦν, φοινίκεος, Ar.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n35097
No citations.
{
"content": "Φοινικικός\n Φοινῑκικός, ή, όν\n Phoenician, Hdt., etc.; sometimes to express great antiquity, Plat.:—later, Punic, to express treachery, Polyb.\n φοινικικός, φοινίκεος· metaph., κακὰ φοινικικά \"of deep dye, \" Ar. φοινῑκιοῦς, οῦσσα, οῦν, φοινίκεος, Ar.",
"key": "*foinikiko/s"
}