φοιβαστικός
φοιβαστικός
φοιβαστικός, ή, όν
φοιβάζω
prophetic: c. gen., φ. χρησμῶν uttering oracles, Plut.
{ "content": "φοιβαστικός\n φοιβαστικός, ή, όν\n φοιβάζω\n prophetic: c. gen., φ. χρησμῶν uttering oracles, Plut.", "key": "foibastiko/s" }