φιλοτίμημα
φιλοτίμημα
φῐλοτίμημα, ατος, τό,
from φιλοτιμέομαι
an act of ambition or magnificence, Plut.
rivalry, Luc.
{ "content": "φιλοτίμημα\n φῐλοτίμημα, ατος, τό,\n from φιλοτιμέομαι\n an act of ambition or magnificence, Plut.\n rivalry, Luc.", "key": "filoti/mhma" }