φιλότεχνος
φιλότεχνος
φῐλό-τεχνος, ον,
τέχνη
fond of art, artistic, Plat.: τὸ φιλότεχνον ingenuity, Plut.
{ "content": "φιλότεχνος\n φῐλό-τεχνος, ον,\n τέχνη\n fond of art, artistic, Plat.: τὸ φιλότεχνον ingenuity, Plut.", "key": "filo/texnos" }