φιλογηθής
φιλογηθής
φῐλο-γηθής, ές
only in Doric form φιλο-γᾱθής
γηθέω
loving mirth, mirthful, Aesch.
{ "content": "φιλογηθής\n φῐλο-γηθής, ές\n only in Doric form φιλο-γᾱθής\n γηθέω\n loving mirth, mirthful, Aesch.", "key": "filoghqh/s" }