φιλητικός
φιλητικός
φῐλητικός, ή, όν
φιλέω
disposed to love, τινος Arist.: absol. loving, affectionate, Arist.
{ "content": "φιλητικός\n φῐλητικός, ή, όν\n φιλέω\n disposed to love, τινος Arist.: absol. loving, affectionate, Arist.", "key": "filhtiko/s" }