Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
φιλεργός
φιλέριθος
φίλερως
φιλέσπερος
φιλεταιρία
φιλέταιρος
φιλεύιος
φιλεχθής
φιλέω
φιληδέω
φιληδής
φιληδία
φιλήδονος
φιληκοέω
φιληκοΐα
φιλήκοος
φιληλάκατος
φιληλιάς
φιληλιαστής
φίλημα
φιλημοσύνη
View word page
φιληδής
φιληδής φῐλ-ηδής, ές ἦδος fond of pleasure, Arist.
ShortDef
fond of pleasure
Debugging
Headword:
φιληδής
Headword (normalized):
φιληδής
Headword (normalized/stripped):
φιληδης
Intro Text:
φιληδής φῐλ-ηδής, ές ἦδος fond of pleasure, Arist.
IDX:
34733
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n34773
Key:
filhdh/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "φιληδής\n φῐλ-ηδής, ές\n ἦδος\n fond of pleasure, Arist.", "key": "filhdh/s" }