φαρμακώδης
φαρμακώδης
φαρμᾰκ-ώδης, ες
εἶδος
of the nature of a φάρμακον, medicinal, Arist.
poisonous, Plut.
{ "content": "φαρμακώδης\n φαρμᾰκ-ώδης, ες\n εἶδος\n of the nature of a φάρμακον, medicinal, Arist.\n poisonous, Plut.", "key": "farmakw/dhs" }