φαρμακοτρίβης
φαρμακοτρίβης
φαρμᾰκο-τρίβης (ῐ), ου, ὁ,
τρίβω
one who grinds drugs or colours, Dem.
{ "content": "φαρμακοτρίβης\n φαρμᾰκο-τρίβης (ῐ), ου, ὁ,\n τρίβω\n one who grinds drugs or colours, Dem.", "key": "farmakotri/bhs" }