φαλλικός
φαλλικός
φαλλικός, ή, όν
of or for the φαλλός:—τὸ φαλλικόν (sc. μέλος) the phallic song, Ar.
{ "content": "φαλλικός\n φαλλικός, ή, όν\n of or for the φαλλός:—τὸ φαλλικόν (sc. μέλος) the phallic song, Ar.", "key": "falliko/s" }