φάκελος
φάκελος
.φάκελος (ᾰ), ὁ,
a bundle, fagot, Lat. fasciculus, Hdt., Eur.; ὕλης φάκελοι fascines, Thuc.
{ "content": "φάκελος\n .φάκελος (ᾰ), ὁ,\n a bundle, fagot, Lat. fasciculus, Hdt., Eur.; ὕλης φάκελοι fascines, Thuc.", "key": "fa/kelos" }