φαιδρυντής
φαιδρυντής
φαιδρυντής, οῦ, ὁ,
a cleanser, washer:—fem. φαιδρύντρια, Aesch.
{ "content": "φαιδρυντής\n φαιδρυντής, οῦ, ὁ,\n a cleanser, washer:—fem. φαιδρύντρια, Aesch.", "key": "faidrunth/s" }