Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀντιφθέγγομαι
ἀντίφθογγος
ἀντιφιλέω
ἀντιφίλησις
ἀντιφιλοσοφέω
ἀντιφιλοτιμέομαι
ἀντιφιλοφρονέομαι
ἀντίφονος
ἀντιφορτίζω
ἀντιφράσσω
ἀντιφυλακή
ἀντιφύλαξ
ἀντιφυλάσσω
ἀντιφωνέω
ἀντίφωνος
ἀντιχαίρω
ἀντιχαρίζομαι
ἀντιχειροτονέω
ἀντιχορηγέω
ἀντιχόρηγος
ἀντιχράω
View word page
ἀντιφυλακή
ἀντιφυλακή a watching one against another, Thuc.
ShortDef
a watching
Debugging
Headword:
ἀντιφυλακή
Headword (normalized):
ἀντιφυλακή
Headword (normalized/stripped):
αντιφυλακη
Intro Text:
ἀντιφυλακή a watching one against another, Thuc.
IDX:
3440
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n3441
Key:
a)ntifulakh/
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἀντιφυλακή\n a watching one against another, Thuc.", "key": "a)ntifulakh/" }