Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ὑφάντης
ὑφαντικός
ὑφαντοδόνητος
ὑφαντός
ὑφάπτω
ὑφαρπάζω
ὕφασμα
ὑφαστρίς
ὑφειμένως
ὑφεῖσα
ὑφεκτέος
ὑφελκτέος
ὑφέλκω
ὑφέρπω
ὑφηγεμών
ὑφηγέομαι
ὑφήγησις
ὑφηγητής
ὑφηνιοχέω
ὑφηνίοχος
ὑφή
View word page
ὑφεκτέος
ὑφεκτέος ὑφεκτέος, ον, verb. adj. of ὑπέχω one must submit to, Plat.

ShortDef

one must submit to

Debugging

Headword:
ὑφεκτέος
Headword (normalized):
ὑφεκτέος
Headword (normalized/stripped):
υφεκτεος
IDX:
34357
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n34397
Key:
u(fekte/os

Data

{'content': 'ὑφεκτέος\n ὑφεκτέος, ον,\n verb. adj. of ὑπέχω\n one must submit to, Plat.', 'key': 'u(fekte/os'}