Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ὕπωχρος
ὕρχη
ὕσγη
ὑσγινοβαφής
ὕσγινον
ὑσμίνη
ὗς
ὕσπληξ
ὑσσός
ὕσσωπος
ὑστάτιος
ὕστατος
ὑστεραῖος
ὑστέρα
ὑστερέω
ὑστέρημα
ὑστερίζω
ὑστερόποινος
ὑστερόπους
ὕστερος
ὑστεροφθόρος
View word page
ὑστάτιος
ὑστάτιος ὑστάτιος (ᾰ), α, ον poetic for ὕστατος, as μεσσάτιος for μέσσος, Hom. neut. as adv. at last, Il.
ShortDef
at last
Debugging
Headword:
ὑστάτιος
Headword (normalized):
ὑστάτιος
Headword (normalized/stripped):
υστατιος
IDX:
34328
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n34368
Key:
u(sta/tios
Data
{'content': 'ὑστάτιος\n ὑστάτιος (ᾰ), α, ον\n poetic for ὕστατος, as μεσσάτιος for μέσσος, Hom.\n neut. as adv. at last, Il.', 'key': 'u(sta/tios'}