Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ὑποφορά
ὑποφραδμοσύνη
ὑποφρίσσω
ὑποφύω
ὑποφωλεύω
ὑποφωνέω
ὑποχάζομαι
ὑποχαλινίδιος
ὑπόχαλκος
ὑποχαράσσω
ὑποχαροπός
ὑποχάσκω
ὑποχείριος
ὑποχέω
ὑποχθόνιος
ὑπόχθων
ὑποχλέομαι
ὑποχορηγέω
ὑποχορηγία
ὕποχος
ὑπόχρεως
View word page
ὑποχαροπός
ὑποχαροπός ὑπο-χᾰροπός, όν somewhat bright-eyed, Xen.
ShortDef
somewhat bright-eyed
Debugging
Headword:
ὑποχαροπός
Headword (normalized):
ὑποχαροπός
Headword (normalized/stripped):
υποχαροπος
Intro Text:
ὑποχαροπός ὑπο-χᾰροπός, όν somewhat bright-eyed, Xen.
IDX:
34283
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n34323
Key:
u(poxaropo/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ὑποχαροπός\n ὑπο-χᾰροπός, όν\n somewhat bright-eyed, Xen.", "key": "u(poxaropo/s" }