ὑποστατός
ὑποστατός
ὑποστᾰτός, όν
verb. adj. of ὑφίσταμαι
to be borne or endured, Eur.
{ "content": "ὑποστατός\n ὑποστᾰτός, όν\n verb. adj. of ὑφίσταμαι\n to be borne or endured, Eur.", "key": "u(postato/s" }