ὑπόδημα
ὑπόδημα
ὑπόδημα, ατος, τό,
ὑποδέω
a sole bound under the foot with straps, a sandal, ποσὶν ὑποδήματα δοῦσα (i. e. δέουσα) Od.; ποσὶν ὑποδήματα δοίην (i. e. δεοίην) Od., etc.; ὑπόδημα κοῖλον, or ὑπόδημα alone, = Lat. calceus, a shoe or half-boot, Ar., etc.
Headword (normalized):
ὑπόδημα
Headword (normalized/stripped):
υποδημα
Intro Text:
ὑπόδημα
ὑπόδημα, ατος, τό,
ὑποδέω
a sole bound under the foot with straps, a sandal, ποσὶν ὑποδήματα δοῦσα (i. e. δέουσα) Od.; ποσὶν ὑποδήματα δοίην (i. e. δεοίην) Od., etc.; ὑπόδημα κοῖλον, or ὑπόδημα alone, = Lat. calceus, a shoe or half-boot, Ar., etc.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n34003
No citations.
{
"content": "ὑπόδημα\n ὑπόδημα, ατος, τό,\n ὑποδέω\n a sole bound under the foot with straps, a sandal, ποσὶν ὑποδήματα δοῦσα (i. e. δέουσα) Od.; ποσὶν ὑποδήματα δοίην (i. e. δεοίην) Od., etc.; ὑπόδημα κοῖλον, or ὑπόδημα alone, = Lat. calceus, a shoe or half-boot, Ar., etc.",
"key": "u(po/dhma"
}