Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀντιστρατοπεδεία
ἀντιστρατοπεδεύω
ἀντιστρέφω
ἀντιστροφή
ἀντίστροφος
ἀντισύγκλητος
ἀντισυλλογίζομαι
ἀντισυναντάω
ἀντισφαιρίζω
ἀντίσχω
ἀντίταγμα
ἀντιταλαντεύω
ἀντίταξις
ἀντιτάσσω
ἀντιτείνω
ἀντιτείχισμα
ἀντιτέμνω
ἀντιτεχνάομαι
ἀντιτέχνησις
ἀντίτεχνος
ἀντιτίθημι
View word page
ἀντίταγμα
ἀντίταγμα ἀντιτάσσω an opposing force, Plut.
ShortDef
an opposing force
Debugging
Headword:
ἀντίταγμα
Headword (normalized):
ἀντίταγμα
Headword (normalized/stripped):
αντιταγμα
Intro Text:
ἀντίταγμα ἀντιτάσσω an opposing force, Plut.
IDX:
3399
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n3400
Key:
a)nti/tagma
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἀντίταγμα\n ἀντιτάσσω\n an opposing force, Plut.", "key": "a)nti/tagma" }