Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ὑπερπαθής
ὑπερπαίω
ὑπερπαλύνω
ὑπερπερισσεύω
ὑπέρ
ὑπερπερισσῶς
ὑπερπέταμαι
ὑπερπετάννυμι
ὑπερπετής
ὑπερπέτομαι
ὑπερπηδάω
ὑπέρπικρος
ὑπερπίμπλημι
ὑπερπίνω
ὑπερπίπτω
ὑπερπλεονάζω
ὑπερπληθής
ὑπερπληρόω
ὑπερπλούσιος
ὑπερπλουτέω
ὑπέρπλουτος
View word page
ὑπερπηδάω
ὑπερπηδάω fut. ήσομαι to leap over, c. acc., Ar. metaph. to overleap, transgress, Dem., Aeschin.

ShortDef

to leap over

Debugging

Headword:
ὑπερπηδάω
Headword (normalized):
ὑπερπηδάω
Headword (normalized/stripped):
υπερπηδαω
IDX:
33812
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n33851
Key:
u(perphda/w

Data

{'content': 'ὑπερπηδάω\n fut. ήσομαι\n to leap over, c. acc., Ar.\n metaph. to overleap, transgress, Dem., Aeschin.', 'key': 'u(perphda/w'}