Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ὑπερπαγής
ὑπερπαθέω
ὑπερπαθής
ὑπερπαίω
ὑπερπαλύνω
ὑπερπερισσεύω
ὑπέρ
ὑπερπερισσῶς
ὑπερπέταμαι
ὑπερπετάννυμι
ὑπερπετής
ὑπερπέτομαι
ὑπερπηδάω
ὑπέρπικρος
ὑπερπίμπλημι
ὑπερπίνω
ὑπερπίπτω
ὑπερπλεονάζω
ὑπερπληθής
ὑπερπληρόω
ὑπερπλούσιος
View word page
ὑπερπετής
ὑπερπετής ὑπερ-πετής, ές flying over or above, Strab.:—metaph. high-flying, Luc.
ShortDef
flying over
Debugging
Headword:
ὑπερπετής
Headword (normalized):
ὑπερπετής
Headword (normalized/stripped):
υπερπετης
IDX:
33810
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n33849
Key:
u(perpeth/s
Data
{'content': 'ὑπερπετής\n ὑπερ-πετής, ές\n flying over or above, Strab.:—metaph. high-flying, Luc.', 'key': 'u(perpeth/s'}