Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ὑπεροιδαίνω
ὑπεροικέω
ὑπέροικος
ὑπεροπλία
ὑπεροπλίζομαι
ὑπέροπλος
ὑπερόπτης
ὑπεροπτικός
ὑπέροπτος
ὑπεροράω
ὑπερορία
ὑπερορίζω
ὑπερόριος
ὑπερόρνυμαι
ὑπερορρωδέω
ὕπερος
ὑπερουράνιος
ὑπεροχή
ὑπέροχος
ὑπεροψία
ὑπερπαγής
View word page
ὑπερορία
ὑπερορία ὑπερορία, ἡ, v. ὑπερόριος.
ShortDef
foreign land
Debugging
Headword:
ὑπερορία
Headword (normalized):
ὑπερορία
Headword (normalized/stripped):
υπερορια
Intro Text:
ὑπερορία ὑπερορία, ἡ, v. ὑπερόριος.
IDX:
33790
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n33829
Key:
u(perori/a
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ὑπερορία\n ὑπερορία, ἡ,\n v. ὑπερόριος.", "key": "u(perori/a" }