ὑπεροπτικός
ὑπεροπτικός
from ὑπερόπτης
ὑπεροπτικός, ή, όν
disposed to despise others, contemptuous, disdainful, Isocr., Dem.:—adv. -κῶς, Xen.
{ "content": "ὑπεροπτικός\n from ὑπερόπτης\n ὑπεροπτικός, ή, όν\n disposed to despise others, contemptuous, disdainful, Isocr., Dem.:—adv. -κῶς, Xen.", "key": "u(peroptiko/s" }