ὑπεροπλία
ὑπεροπλία
ὑπεροπλία, ἡ,
ὑπέροπλος
overweening confidence in arms, proud defiance, presumptuousness, ὑπεροπλί_ῃσι [Epic dat. pl., with ῑ], Il.
{ "content": "ὑπεροπλία\n ὑπεροπλία, ἡ,\n ὑπέροπλος\n overweening confidence in arms, proud defiance, presumptuousness, ὑπεροπλί_ῃσι [Epic dat. pl., with ῑ], Il.", "key": "u(peropli/a" }