ὑπερμενής
ὑπερμενής
ὑπερ-μενής, ές
μένος
exceeding mighty, exceeding strong, Hom., Hes.
{ "content": "ὑπερμενής\n ὑπερ-μενής, ές\n μένος\n exceeding mighty, exceeding strong, Hom., Hes.", "key": "u(permenh/s" }