ὑπεραναίσχυντος
ὑπεραναίσχυντος
ὑπερ-αναίσχυντος, ον,
exceeding impudent, Dem.
Headword:
ὑπεραναίσχυντος
Headword (normalized):
ὑπεραναίσχυντος
Headword (normalized/stripped):
υπεραναισχυντος
Intro Text:
ὑπεραναίσχυντος
ὑπερ-αναίσχυντος, ον,
exceeding impudent, Dem.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n33656
No citations.
{
"content": "ὑπεραναίσχυντος\n ὑπερ-αναίσχυντος, ον,\n exceeding impudent, Dem.",
"key": "u(peranai/sxuntos"
}