ὑλοτομία
ὑλοτομία
ὑλοτομία, ἡ,
the cutting or felling of wood, Arist.
from ὑλοτόμος
{ "content": "ὑλοτομία\n ὑλοτομία, ἡ,\n the cutting or felling of wood, Arist.\n from ὑλοτόμος", "key": "u(lotomi/a" }