ὑδρηλός
ὑδρηλός
ὑδρηλός, ή, όν
ὕδωρ
watery, wet, Od., Aesch.; κρωσσοὶ ὕδρ. water pots, Eur.
{ "content": "ὑδρηλός\n ὑδρηλός, ή, όν\n ὕδωρ\n watery, wet, Od., Aesch.; κρωσσοὶ ὕδρ. water pots, Eur.", "key": "u(drhlo/s" }