Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ὑγιηρός
ὑγιής
ὑγραίνω
ὑγρομελής
ὑγροπορέω
ὑγρός
ὑγρότης
ὑγρόφθογγος
ὑγρώσσω
ὑδαρής
ὑδασιστεγής
ὑδάτινος
ὑδάτιον
ὑδατόεις
ὑδατοποσία
ὑδατοποτέω
ὑδατοπότης
ὑδατοτρεφής
ὑδατόω
ὕδερος
ὑδνέω
View word page
ὑδασιστεγής
ὑδασιστεγής ὑδᾰσι-στεγής, ές water-proof, Anth.
ShortDef
water-proof
Debugging
Headword:
ὑδασιστεγής
Headword (normalized):
ὑδασιστεγής
Headword (normalized/stripped):
υδασιστεγης
Intro Text:
ὑδασιστεγής ὑδᾰσι-στεγής, ές water-proof, Anth.
IDX:
33356
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n33395
Key:
u(dasistegh/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ὑδασιστεγής\n ὑδᾰσι-στεγής, ές\n water-proof, Anth.", "key": "u(dasistegh/s" }