ὑβριστικός
ὑβριστικός
from ὑβριστής
ὑβριστικός, ή, όν
given to wantonness, wanton, insolent, outrageous, Plat., etc.:— τὸ ὑβριστικόν an insolent disposition, Xen.:—adv. -κῶς, Plat.; comp. -ώτερον, Dem.
{ "content": "ὑβριστικός\n from ὑβριστής\n ὑβριστικός, ή, όν\n given to wantonness, wanton, insolent, outrageous, Plat., etc.:— τὸ ὑβριστικόν an insolent disposition, Xen.:—adv. -κῶς, Plat.; comp. -ώτερον, Dem.", "key": "u(bristiko/s" }