Τυρσηνός
Τυρσηνός
Τυρσηνός, ή, όν
Tyrrhenian, Etruscan, Hes., Hdt., Trag.:—also, Τυρσηνικός, ή, όν, Aesch.
{ "content": "Τυρσηνός\n Τυρσηνός, ή, όν\n Tyrrhenian, Etruscan, Hes., Hdt., Trag.:—also, Τυρσηνικός, ή, όν, Aesch.", "key": "*turshno/s" }