τυμβοχοέω
τυμβοχοέω
τυμβοχοέω,
fut. -ήσω
from τυμβοχόος
to throw up a cairn or barrow, Hdt.
{ "content": "τυμβοχοέω\n τυμβοχοέω,\n fut. -ήσω\n from τυμβοχόος\n to throw up a cairn or barrow, Hdt.", "key": "tumboxoe/w" }