Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

Τρῳάς
τρωγάλια
τρώγλη
τρωγλοδύτης
τρωγλοδύνων
τρώγω
Τρωΐαθεν
Τρωϊκός
Τρώϊος
τρώκτης
τρωκτός
τρώμα
Τρωξάρτης
τρώξιμος
τρῶξις
Τρωοφθόρος
τρωπάω
Τρώς
τρωτός
τρωχάω
τυγχάνω
View word page
τρωκτός
τρωκτός τρωκτός, ή, όν verb. adj. of τρώγω to be eaten raw: eatable, Hdt. τρωκτά, τά, τρωγάλια, Hdt.

ShortDef

to be eaten raw: eatable

Debugging

Headword:
τρωκτός
Headword (normalized):
τρωκτός
Headword (normalized/stripped):
τρωκτος
IDX:
33202
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n33241
Key:
trwkto/s

Data

{'content': 'τρωκτός\n τρωκτός, ή, όν\n verb. adj. of τρώγω\n to be eaten raw: eatable, Hdt.\n τρωκτά, τά, τρωγάλια, Hdt.', 'key': 'trwkto/s'}