Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
τρυσίβιος
τρυτάνη
τρυφάλεια
τρυφάω
τρυφεραίνομαι
τρυφερός
τρυφηλός
τρύφημα
τρυφή
τρύφος
τρυχηρός
τρύχνος
τρυχόω
τρῦχος
τρύχω
τρύω
Τρῳάς
τρωγάλια
τρώγλη
τρωγλοδύτης
τρωγλοδύνων
View word page
τρυχηρός
τρυχηρός τρῡχηρός, ά, όν τρῦχος ragged, tattered, Eur.
ShortDef
ragged, tattered
Debugging
Headword:
τρυχηρός
Headword (normalized):
τρυχηρός
Headword (normalized/stripped):
τρυχηρος
IDX:
33186
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n33224
Key:
truxhro/s
Data
{'content': 'τρυχηρός\n τρῡχηρός, ά, όν\n τρῦχος\n ragged, tattered, Eur.', 'key': 'truxhro/s'}