τρόχος
τρόχος
τρόχος, ου, ὁ,
τρέχω
a running, course, μὴ πολλοὺς τρόχους ἁμιλλητῆρας ἡλίου not many racing courses of the sun, i. e. not many days, Soph.; παῖδες ἐκ τρόχων πεπαυμένοι Eur.
a race-course, Eur.
{ "content": "τρόχος\n τρόχος, ου, ὁ,\n τρέχω\n a running, course, μὴ πολλοὺς τρόχους ἁμιλλητῆρας ἡλίου not many racing courses of the sun, i. e. not many days, Soph.; παῖδες ἐκ τρόχων πεπαυμένοι Eur.\n a race-course, Eur.", "key": "tro/xos" }