Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
τροχήλατος
τροχιά
τροχίζω
τροχιλεία
τροχίλος
τροχιός
τρόχις
τροχοδινέομαι
τροχοειδής
τροχόεις
τροχοποιέω
τροχός
τρόχος
τρύβλιον
τρυγάω
τρύγη
τρυγητήρ
τρύγητος
τρυγηφόρος
τρυγικός
τρυγοδαίμων
View word page
τροχοποιέω
τροχοποιέω τροχο-ποιέω, fut. -ήσω to make wheels, Ar.
ShortDef
to make wheels
Debugging
Headword:
τροχοποιέω
Headword (normalized):
τροχοποιέω
Headword (normalized/stripped):
τροχοποιεω
Intro Text:
τροχοποιέω τροχο-ποιέω, fut. -ήσω to make wheels, Ar.
IDX:
33151
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n33190
Key:
troxopoie/w
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "τροχοποιέω\n τροχο-ποιέω,\n fut. -ήσω\n to make wheels, Ar.", "key": "troxopoie/w" }