τροχοειδής
τροχοειδής
τροχο-ειδής, ές
εἶδος
round as a wheel, circular, Theogn., Hdt.
{ "content": "τροχοειδής\n τροχο-ειδής, ές\n εἶδος\n round as a wheel, circular, Theogn., Hdt.", "key": "troxoeidh/s" }