τροχαλός
τροχαλός
τροχᾰλός, ή, όν
τρέχω
running, τροχαλόν τινα τιθέναι to make one run quick, Hes.; τρ. ὄχοι swift-rolling, Eur.
{ "content": "τροχαλός\n τροχᾰλός, ή, όν\n τρέχω\n running, τροχαλόν τινα τιθέναι to make one run quick, Hes.; τρ. ὄχοι swift-rolling, Eur.", "key": "troxalo/s" }