τρόφις
τρόφις
τρέφω
well-fed, stout, large, τρόφι κῦμα a huge, swollen wave, Il.; of men, ἐπεὰν γένωνται τρόφιες οἱ παῖδες when the children grow big, Hdt.
{ "content": "τρόφις\n τρέφω\n well-fed, stout, large, τρόφι κῦμα a huge, swollen wave, Il.; of men, ἐπεὰν γένωνται τρόφιες οἱ παῖδες when the children grow big, Hdt.", "key": "tro/fis" }