τρόπις
τρόπις
τρόπις, ιος, ἡ,
τρέπω
a shipʼs keel, Od., Hdt.; τρόπεις θέσθαι to lay the keel, Plut.; and metaph., λέγε τὴν τρόπιν τοῦ πράγματος Ar.
{ "content": "τρόπις\n τρόπις, ιος, ἡ,\n τρέπω\n a shipʼs keel, Od., Hdt.; τρόπεις θέσθαι to lay the keel, Plut.; and metaph., λέγε τὴν τρόπιν τοῦ πράγματος Ar.", "key": "tro/pis" }