τροπικός
τροπικός
τροπικός, ή, όν
τροπή
of the solstice, ὁ τροπικός (sc. κύκλος) the tropic or solstice, Arist.; αἱ τρ. ἡμέραι Arist.
in Rhetoric, tropical, figurative.
{ "content": "τροπικός\n τροπικός, ή, όν\n τροπή\n of the solstice, ὁ τροπικός (sc. κύκλος) the tropic or solstice, Arist.; αἱ τρ. ἡμέραι Arist.\n in Rhetoric, tropical, figurative.", "key": "tropiko/s" }