τρομερός
τρομερός
τρομερός, ά, όν
τρέμω
trembling, Eur.: trembling for fear, quaking, Eur.
fearful, Eur.
{ "content": "τρομερός\n τρομερός, ά, όν\n τρέμω\n trembling, Eur.: trembling for fear, quaking, Eur.\n fearful, Eur.", "key": "tromero/s" }