τριψημερέω
τριψημερέω
τριψ-ημερέω,
τρῖψαι, ἡμέρα
to waste the day, Lat. terere tempus, Ar.
{ "content": "τριψημερέω\n τριψ-ημερέω,\n τρῖψαι, ἡμέρα\n to waste the day, Lat. terere tempus, Ar.", "key": "triyhmere/w" }