Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
τρικόρωνος
τρίκρανος
τρικυμία
τρίλλιστος
τριλογία
τριλοφία
τριμάκαιρα
τρίμετρος
τρίμηνος
τρῖμμα
τριμμός
τριμοιρία
τρίμοιρος
τρίμορφος
Τρινακρία
τρίναξ
τριξός
τρίοδος
τριόδους
Τριόπιον
τριόρχης
View word page
τριμμός
τριμμός τριμμός, οῦ, ὁ, τρίβω a beaten road, Xen.
ShortDef
a beaten road
Debugging
Headword:
τριμμός
Headword (normalized):
τριμμός
Headword (normalized/stripped):
τριμμος
Intro Text:
τριμμός τριμμός, οῦ, ὁ, τρίβω a beaten road, Xen.
IDX:
32972
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n33011
Key:
trimmo/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "τριμμός\n τριμμός, οῦ, ὁ,\n τρίβω\n a beaten road, Xen.", "key": "trimmo/s" }