τριγέρων
τριγέρων
from τρῐγένεια
τρῐ-γέρων, οντος,
triply old, τρ. μῦθος τάδε φωνεῖ ʼtis a thrice-told tale, Aesch.
{ "content": "τριγέρων\n from τρῐγένεια\n τρῐ-γέρων, οντος,\n triply old, τρ. μῦθος τάδε φωνεῖ ʼtis a thrice-told tale, Aesch.", "key": "trige/rwn" }