τραχύστομος
τραχύστομος
τρᾱχύ-στομος, ον,
στόμα
of rough speech or pronunciation, Strab.
{ "content": "τραχύστομος\n τρᾱχύ-στομος, ον,\n στόμα\n of rough speech or pronunciation, Strab.", "key": "traxu/stomos" }