τόπαρχος
τόπαρχος
τόπ-αρχος, ὁ, ἡ,
ruling over a place, γυνὴ τ. the mistress, Aesch.
{ "content": "τόπαρχος\n τόπ-αρχος, ὁ, ἡ,\n ruling over a place, γυνὴ τ. the mistress, Aesch.", "key": "to/parxos" }