τοξουλκός
τοξουλκός
τοξ-ουλκός, όν
ἕλκω
drawing the bow, Aesch.
αἰχμὴ τ. the bowstretching arrow, Aesch.
{ "content": "τοξουλκός\n τοξ-ουλκός, όν\n ἕλκω\n drawing the bow, Aesch.\n αἰχμὴ τ. the bowstretching arrow, Aesch.", "key": "tocoulko/s" }