τομός
τομός
τομός, ή, όν
verb. adj. of τέμνω
cutting, ἕστηκεν ᾗ τομώτατος is placed as it will cut sharpest, Soph.
{ "content": "τομός\n τομός, ή, όν\n verb. adj. of τέμνω\n cutting, ἕστηκεν ᾗ τομώτατος is placed as it will cut sharpest, Soph.", "key": "tomo/s" }