τοιουτότροπος
τοιουτότροπος
τοιουτό-τροπος, ον,
of such kind, such like, Hdt., Thuc.
{ "content": "τοιουτότροπος\n τοιουτό-τροπος, ον,\n of such kind, such like, Hdt., Thuc.", "key": "toiouto/tropos" }